Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Όλα τ’ άλλα ασήμαντα


Όλα τ’ άλλα ασήμαντα





Έχω δυο κόρες. Έχω τρεις γιους. Έχω έναν άντρα.
Έχω έναν έρωτα απόλυτο.
Για δυο κόρες. Για τρεις γιους. Για έναν άντρα.
Έχω γι' αυτούς μιαν περηφάνια. Μιαν αλαζονεία έχω. 
Πλούσια είμαι πολύ. Πλούσια πολύ και καλότυχη. 
Όλα τ’ άλλα μικρά. Όλα τ’ άλλα ασήμαντα…
Αγαπάω τα λερωμένα ρούχα τους. Τα ψίχουλα που αφήνουν στο τραπέζι. Αγαπάω τις σκανταλιές και τις γκρίνιες τους. Τ’ ασήμαντα και τα σημαντικά τους. Αγαπάω τις αγωνίες και τις έγνοιες τους. Τις ιδιοτροπίες και τους φόβους τους. Αγαπάω τον ιδρώτα τους. Τον τρόπο που σουφρώνουν τη μύτη τους. Αγαπάω τις λάσπες που φέρνουν τα παπούτσια τους, τις  τρυπούλες που έχουν οι κάλτσες τους. Τα μικρά διαμαντάκια των δακρύων τους, τα μονάκριβα λουλούδια των γέλιων τους. Αγαπάω το θυμό τους, τις ασήμαντες αφορμές των καβγάδων τους. Τις φουσκίτσες που έχει το σάλιο τους, τις τριχούλες που η μύτη τους έχει. Αγαπάω ότι αγαπούν και ότι ονειρεύονται αγαπάω. Τις σιωπές και τις φλυαρίες τους, τις μικρές ανυπόταχτες ανάσες τους. Αγαπάω τον τρόπο που κόβουν τα νύχια τους και τον τρόπο που χτενίζουν τα μαλλιά τους. Τον τρόπο που το "λ" προφέρουν, τις μετοχές και τις αντωνυμίες τους. Αγαπάω τα όρια που ξεπερνιούνται, τα "ποτέ" που για χάρη τους γίνονται "πάντα".
Έχω έναν έρωτα απόλυτο.
Για δυο κόρες. Για τρεις γιους. Για έναν άντρα.
Όλα τ’ άλλα μικρά. Όλα τ’ άλλα ασήμαντα…













11/11/11 και ως το Τέλος

Για τόσο μόνο


ΤΡΊΤΗ, 19 ΜΑΡΤΊΟΥ 2013

Για τόσο μόνο


Μια τυρκουάζ πινελιά
από χρωστήρα δακρύων στο βλέμμα
αναβολή ζωής σκοτεινής
σκαλωμένη στον φράχτη του απροσδόκητου
έσπρωχνε τις μέρες˙
μην απλώσω το χέρι στη ζωή
στο φως που με σημάδευε
το όχι έτοιμο από καιρό

κραυγή ψυχής σπαρταράει στο κορμί
μεταγγίζει θέρμη φωτιάς στις φλέβες
κορμί- θάλασσα γεύεται την αλμύρα
αφήνεται σε κύτταρα παλίρροια
σβήνουν οι λέξεις κλειδώνουν τα δάχτυλα
κρατώντας ατόφια την αλήθεια
φερμένη απ’ του πεπρωμένου τον άνεμο
η στάθμη της νύχτας χαμηλώνει επικίνδυνα
μιαν παλίρροια περίμενα να έρθει
να πλημμυρίσω γυμνωμένα σημάδια χρόνου
ήρθε άμπωτη που ξεγυμνώνει τις προσδοκίες
γυάλινα όνειρα ψηλαφίζω
θολές οπτασίες συνθέτω σε λάθος χρόνο 
συλλαβίζω με νότες τις στιγμές
τις μεταμορφώνω αμετάκλητα δικές μου
τις σώζω από το ξέφτισμα
για όσο μια βόλτα διαρκεί
για τόσο μόνο...







Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

«Υμνώ το σώμα»… – Photo: ”Παίζοντας” με το σώμα….


«Υμνώ το σώμα»… – Photo: ”Παίζοντας” με το σώμα….

“Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν
ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου·
ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν, ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
Κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη,
σκληρὸς ὡς ᾅδης ζῆλος.” (Άσμα ασμάτων)
“…Οἱ νομικὲς ὁριοθετήσεις τῆς ἐπιθυμίας ἀρθρώνονται γύρω ἀπὸ ἕναν σταθερὸ ἄξονα: Τί εἶναι σωματικὸ καὶ τί ψυχικὸ στὸν ἔρωτα. Τί εἶναι ἑπομένως ἔνοχο καὶ τί ἀθῶο. Γιατὶ τὸ σωματικὸ εἶναι πάντα ἔνοχο, καὶ ἀθῶο τὸ ψυχικό…. Αἰῶνες ὁλόκληρους η λεγομενη χριστιανικη ἀνθρωπότητα ἔζησε καὶ ζεῖ μὲ τέτοιες νομικὲς ὁριοθετήσεις τῆς ἐπιθυμίας. … Χιλιάδες ἢ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν τὴ μία καὶ μοναδικὴ ζωή τους πάνω στὴ γῆ μέσα σὲ κόλαση ἀπωθημένων ἐπιθυμιῶν καὶ ἀδυσώπητου ἄγχους, φαντασιώδους ἐνοχῆς καὶ ναρκισσικῆς στέρησης. Γενιὲς ὁλόκληρες μὲ τὴν ἀθέλητη ἀναπηρία τοῦ ἀνέραστου βίου. Ταύτισαν τὸν ἔρωτα μὲ τὸν τρόμο τῆς ἁμαρτίας· τὴν ἀρετὴ μὲ τὴν ἀπέχθεια γιὰ τὸ ἴδιο τους τὸ κορμί·… Ρητορικὰ προσωπεῖα τραυλίζουν τὴν καύχηση τῆς σάρκας γιὰ αὐτεξούσια «καθαρότητα» καὶ «σωφροσύνη», ἐκκρίνοντας χλεύη γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὸν ἔρωτα… Ὅμως ὁ ἔμπειρος λόγος τῆς ἀκρότατης ἄσκησης καθαίρει προμηθῶς τὴν ψευδαίσθηση: Τὴν φύσιν ἑαυτοῦ νικῆσαί τινα τῶν οὐκ ἐνδεχομένων ἐστίν.” (X. Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα ασμάτων, Δομός)….
“Ω σώμα σήμα της ψυχής/ πιθάρι/ της απέραντης ιαχής
δοξάρι/ της λαλούμενης απέναντι σιγής
ηλιόλουστο τροπάρι!” (Ν. Καρούζος)…
……………
“Σώμα θυμήσου όχι το μόνο πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή- και κάποιο
τυχαίον εμπόδιον τες ματαίωσε….” (Κ. Π. Καβάφης)
……………
“Εδώ τα πάντα ξέστηθα/ κι αδιάντροπα λυσσάνε…
-Παράτησε το φόρεμα και με τη γύμνια ντύσου,
Ψυχή, της γύμνιας ιέρισσα/ ναός είναι το κορμί σου…
Τα στρογγυλά, τα ολόισα, χνούδια, γραμμές, καμπύλες,
ω θείες ανατριχίλιες,/ χορεύτε ένα χορό.
Μέτωπο, μάτια, κύματα/ μαλλιά, γλουτοί, λαγόνες,
κρυφά λαγκάδια του Έρωτα/ ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες,
πόδια που αλυσοδένετε/ βρύσες του χάϊδιου, ω χέρια,
του πόθου περιστέρια/ γεράκια του χαμού…”
(Κωστής Παλαμάς,  “Ο σάτυρος ή το  Γυμνό τραγούδι”)
Εδώ, το ποίημα του Παλαμά όμορφα μελοποιημένο από το Ν. Ζούδιαρη….
Τίτος Πατρίκιος: “Υμνώ το σώμα”
Ι. Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
τις δικές του προσταγές γι’ αέναες επιθυμίες
για σμίξιμο και συνταύτιση μ’ ένα άλλο σώμα.
Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας
το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας
το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
το σώμα που το απειλεί η ακινησία
το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια
που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος
δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.
 
ΙΙ. Υμνώ τα πόδια που δεν αγγίζουν λες τη γη
σαν να ήσανε αέρινα, τις γάμπες σαν σπαθιά
που σκίζουνε στα δυο και το πιο βαθύ σκοτάδι
τ’ ασυμβίβαστα γόνατα, τους γλυπτούς μηρούς
που προλειαίνουν ως τα κατάβαθα τις συνερεύσεις
τους διπλοθόλωτους γλουτούς, τη χαραγή τους
το σχίσιμο του κόλπου, το κλειδί της ηδονής.
Υμνώ και τα πόδια με τους πρησμένους αστραγάλους
τα κότσια, τις τριχωμένες γάμπες τις χοντρές
μ’ εξογκωμένες φλέβες, φαγωμένες από κιρσούς
τα τσακισμένα γόνατα της δουλειάς, της ορθοστασίας
τα παχιά μεριά με βούλες απ’ την κυτταρίτιδα
τις αδρόσιστες, συγκαμένες, μέσα παρειές τους
τα κρεμαστά καπούλια με τους απόκρυφους καημούς.
 
ΙΙΙ. Υμνώ τα όρθια στήθη όπως των αγαλμάτων
στο χάιδεμα άγουρα, στο χούφτιασμα γινωμένα
με ρόγες κόκκινες όπως οι άγριες φράουλες
τα μπράτσα που ξέρουν ν’ αγκαλιάζουν
τον στητό λαιμό, τις πλάτες επίπεδες κι ανθεκτικές
τη χορευτική κοιλιά με όσες χρειάζονται καμπύλες
με το χρυσό της χνούδι ακύμαντο να περιμένει.
Υμνώ και τις χαλαρές κοιλιές μανάδων
με ουλές από καισαρικές τομές, από εγχειρήσεις
τα προκοίλια γυναικών με το αδηφάγο λίπος
μοναδική απόλαυσή τους, τις κυρτωμένες πλάτες
τα μπράτσα τα πλαδαρά με τις αξύριστες μασχάλες
τους γερτούς τραχήλους, τους έρημους κούφιους κόρφους
με τους σβησμένους πόθους, τις άσβηστες ορέξεις.
 
IV. Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει
το πρόσωπο με τ’ ατίθασα, ηλεκτροφόρα του μαλλιά
τα ματοτσίνουρα που αναβοσβήνουνε το φως
τη μύτη λεπτόγραμμη όπως πλώρη καϊκιού
την τέλεια γεωμετρία των χειλιών με το πηγούνι
το στόμα που στον έρωτα στάζει ροδόνερο και λόγια.
Υμνώ τα μάτια που καθρεφτίζουν δύο απρόβλεπτα πελάγη.
Υμνώ και το πρόσωπο που η ομορφιά το εγκαταλείπει
ή τρομαγμένη κρύβεται στο βάθος των ματιών
το πρόσωπο το σκαμμένο από αγκαθωτές ρυτίδες
με βλέμμα πήλινο, στεγνό, με βλέφαρα άδειες φούσκες
με φρύδια αθέριστα χωράφια, το πάνω χείλι τριχωτό
με κρεατοελιές στα χαμηλά της μύτης, στο πηγούνι.
Υμνώ το πρόσωπο που το τύλιξε μια σταχτιά σκιά.
 
V. Υμνώ τα χέρια που δίνουν μορφή στην ύλη
που γράφουν στο χαρτί, στη γραφομηχανή, στον υπολογιστή
που σιωπώντας ξέρουν να μιλούν, τ’ ασημένια χέρια
που σφίγγουν, θωπεύουν, αποχαιρετούν για πάντα
τα χέρια που πιάνουν ό,τι ακάθαρτο μένοντας αθώα
που ανασηκώνουν μωρά, αρρώστους, πληγωμένους.
Υμνώ τα δάχτυλα που αγγίζουν όργανα και χαρίζουν μουσική.
Υμνώ τα χέρια που βαριά δουλεύουν, τα τραχιά
τα μασημένα από μηχανές, τα ματωμένα από εργαλεία
τα καταπονημένα από τη λάτρα του σπιτιού
τα δάχτυλα με τα ραγισμένα, ξεφλουδισμένα νύχια.
Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία
τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ
πως η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά.
 
VI. Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο
ίσως γιατί λιγότερο μ’ εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ
ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ’ της γυναίκας.
Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα
όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ’ ατυχήματα,
το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό.
Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι.
Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ’ όλες του τις εποχές
όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη
που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.
Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς
όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει
παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες,
που μπορεί ν’ αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.
VII. Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου
που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν
που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα
που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις
αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος
γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει
ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα.
Υμνώ το σώμα που μ’ αντέχει, δεν μ’ έχει βαρεθεί
δεν μ’ έχει αποτινάξει από πάνω του
το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω
με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.
Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου
που με καλύπτει, μ’ έχει σφιχτά αγκαλιασμένο
αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.
(από το τελευταίο βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου, Συγκατοίκηση με το χρόνο)

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

«Αναζητώντας το χαμένο «Εγώ» Από το βιβλίο του Εδουάρδου Τσβετκώφ


«Αναζητώντας το χαμένο «Εγώ» Από το βιβλίο του Εδουάρδου Τσβετκώφ





Η ζωή είναι πολύ απλή.
Ό, τι δίνουμε- αυτό και λαμβάνουμε.
Εμείς είμαστε υπεύθυνοι 100% για όλα τα γεγονότα, που συμβαίνουν στην ζωή μας- τα πιο ευχάριστα και τα πιο άσχημα.
Η κάθε μας σκέψη δημιουργεί το μέλλον μας.

Όλα τα γεγονότα δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους με την βοήθεια των σκέψεων και των αισθημάτων μας.
Το νόημα, που εμείς βάζουμε στις σκέψεις μας και τα λόγια μας φέρουν αυτό, που εμείς βιώνουμε στην ζωή μας.

Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συγκεκριμένες καταστάσεις στην ζωή μας και μετά καταναλώνουμε τις δυνάμεις μας, βρίζοντας τους άλλους ανθρώπους η στέλνοντας τις κατάρες στις συνθήκες, που μας εμποδίζουν.
Η αιτία όλων των δεινών μας και της πραγματικότητάς μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Μπορούμε να πούμε, ότι:

ΕΓΩ = ΕΓΩ + ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ

Εάν ο νους μας είναι αρμονικός και ισορροπημένος, τότε στην ζωή μας εμείς θα βρίσκουμε ακριβώς το ίδιο.

Προσπαθήστε να εντοπίσετε, ποιο χαρακτηριστικό με το πλέον παραστατικό τρόπο σας περιγράφει;

1. «Οι άνθρωποι κοιτούν να μου κάνουν κακό».

2. «Όλοι θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να βοηθήσουν στην λύση των προβλημάτων μου».

Αυτό, που εμείς πιστεύουμε- γίνεται η πραγματικότητά μας.
Το υποσυνείδητό μας υλοποιεί τις σκέψεις μας, τις ορμές, τις επιθυμίες, στην ουσία λέγοντάς μας, ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τις σκέψεις μας.

Έχουμε πολύ μεγάλη δυνατότητα της επιλογής.
Οι Δυνάμεις της Ζωής ποτέ δεν μας κρίνουν, ούτε μας κατακρίνουν.
Μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε.

Μετά οι Δυνάμεις Αυτές αντανακλούν τις πεποιθήσεις μας αυτόματα.
Εάν εσείς προτιμάτε να θεωρείτε, ότι στην ζωή σας είσαστε μόνοι και δεν σας αγαπάει κανείς, τότε ακριβώς αυτό θα λάβετε στην ζωή σας.

Αν όμως θα αρχίσετε να συγκεντρώνεστε στις θετικές σκέψεις, τότε θα φανεί το ανάλογο αποτέλεσμα.
Θα μεταμορφωθεί όλη η ζωή, η ύπαρξη σας θα γεμίσει με το καινούριο νόημα, που θα φέρει την χαρά της ύπαρξης.

Αλλά ας δούμε, από πού προέρχονται οι σκέψεις μας, που αυτές σχηματίζονται, ποια είναι η πηγή τους;
Βέβαια, είναι κατανοητό, ότι ο λόγος γίνεται για την παιδική ηλικία.
Στην παιδική ηλικία μας ανοίγεται η ζωή, στην παιδική ηλικία εμείς μαθαίνουμε για την ζωή από τις αντιδράσεις των ενηλίκων.

Εάν σας έτυχε να ζήσετε με ανθρώπους, που δεν ήσαν ευτυχισμένοι, ήσαν κακιωμένοι η ένιωθαν ένοχοι, τότε εσείς μάθατε πολλά αρνητικά πράγματα στην ζωή ως προς τον εαυτόν σας και προς τον γύρω κόσμο.
Συνηθίσατε να σκέφτεστε για τον εαυτό σας αρνητικά, να τοποθετείτε τον εαυτό σας στο αρνητικό πεδίο ενέργειας των σκέψεών σας:

«Είμαι συνεχώς ένοχος», «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτε το σωστό», «Με θεωρούν κακό άνθρωπο».

Είναι πολύ φυσικό οι σκέψεις αυτές να σας δημιουργήσουν μια ζωή, γεμάτη απογοητεύσεις.

ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΤΑΣΗ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.

Πρόκειται για τον φυσικό νόμο της εξέλιξης και είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτός ο νόμος λειτουργεί.

Στις προσωπικές μας σχέσεις, στις σχέσεις με τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους εμείς αναπαράγουμε τις σχέσεις, που έχουν δημιουργηθεί με τους γονείς μας.
Φερόμαστε με την ακρίβεια έτσι, όπως μας φέρονταν οι γονείς μας. Βρίζουμε και τιμωρούμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας έβριζαν και μας τιμωρούσαν οι γονείς μας.
Επίσης αγαπάμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας αγαπούσαν, όταν ήμασταν παιδιά.

ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΡΙΖΩ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.

Όλοι μας είμαστε τα θύματα των θυμάτων και αυτοί (οι γονείς μας) δεν μπορούσαν να μας μάθουν κάτι, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.

Εάν η μητέρα σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό της η ο πατέρας σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό του, τότε είναι απολύτως φυσικό αυτοί να μην ήξεραν να σας μάθουν να αγαπάτε τον εαυτό σας.

Ρωτήστε τους γονείς σας για τα παιδικά τους χρόνια και θα τους καταλάβετε καλλίτερα και αν θα τους ακούτε με συμπόνια, εσείς θα καταλάβετε την πηγή του φόβου τους και την στάση τους προς την ζωή.

Οι άνθρωποι, που σας «προκάλεσαν τον πόνο», ήσαν οι ίδιοι τρομοκρατημένοι, όπως είσαστε εσείς τώρα.

Εμείς σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας στην παιδική ηλικία και μετά πορευόμαστε στην ζωή, αναπαράγοντας τις καταστάσεις, που ταιριάζουν στις πεποιθήσεις μας.

Κοιτάξτε πίσω την ζωή σας και θα δείτε, ότι ουσιαστικά εσείς δημιουργείτε την ίδια πάλι κατάσταση με διαφορετικές αποχρώσεις και εκδοχές.
Και η κατάσταση αυτή είναι η υλοποίηση των δικών σας υποσυνείδητων ροπών.

Γι’ αυτό, πρέπει να ξέρετε καλά, ότι

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ - ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ.

Τα πάντα ανεξαιρέτως γεγονότα στην ζωή σας μέχρις αυτής της στιγμής ήσαν δημιουργημένα από σας τους ίδιους με την βοήθεια των πεποιθήσεών σας, πάνω στην εμπειρία σας.

Τα γεγονότα δημιουργούνταν από τις σκέψεις σας και τα λόγια σας, που χρησιμοποιούσατε χθες, την προηγούμενη εβδομάδα, τον προηγούμενο μήνα, τον προηγούμενο χρόνο, 10, 20, 30, 40 χρόνια πριν, αναλόγως της ηλικίας σας.

Όμως όλα αυτά ήταν στο παρελθόν.
Το σημαντικό τώρα είναι η επιλογή σας, η επιλογή των σκέψεων, των λέξεων, της πίστης.

Να θυμάστε, ότι ακριβώς και πριν απ’ όλα οι σκέψεις σας και τα λόγια σας δημιουργούν το μέλλον σας.

Η παρούσα στιγμή είναι εκείνη η αφετηρία, από την οποία εσείς κάνετε το άλμα προς το δικό σας αύριο.

Σημειώστε τι σκέφτεστε αυτήν την στιγμή, όταν διαβάζετε αυτά τα λόγια.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΤΕ- ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΣΑΣ. Η ΣΚΕΨΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΡΟΠΟ.

Δεν έχει σημασία η φύση του προβλήματός σας, το πρόβλημά σας είναι η αντανάκλαση της πορείας των σκέψεών σας.

Π.χ. σας εμφανίζεται η σκέψη:

«Είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος».

Η σκέψη αυτή προκαλεί αμέσως ως απάντηση το αίσθημα, που επιδρά ενδόμυχα, αλλά πολύ κυριαρχικά πάνω σε όλη την ύπαρξή σας και η προσωπικότητά σας αυθόρμητα αναπτύσσεται ειδικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αλλά είναι στο χέρι σας εδώ και τώρα, αυτήν την στιγμή να απορρίψετε αυτήν την σκέψη και η μοίρα σας θα κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση.

Γι’ αυτό ελάτε από δω και τώρα να απελευθερωνόμαστε από τις αρνητικές μας σκέψεις, διότι η βασική πηγή των προβλημάτων μας και των δεινών μας- είναι το μίσος προς τον εαυτό μας και το αίσθημα της ενοχής ποικίλου βαθμού.
You might also like:

Του Έρωτα και της Αναρχίας


Του Έρωτα και της Αναρχίας

Amelia_Garrick_s_GraveΣε αντίθεση με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, δεν έτυχε ποτέ να έχω ιδιαίτερες σχέσεις (άλλωστε, δε χρειάστηκε) με τα κορίτσια που προσφέρουν τις ερωτικές τους υπηρεσίες έναντι χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. βιογραφία του ανωτέρω αξιότιμου Προέδρου)· ίσως γιατί γεννήθηκα σε κάποιο ιωνικό γκέτο που χαρακτηριζόταν από αρκετή ελευθερία στις ετεροφυλόφιλες ερωτικές σχέσεις, σε βαθμό που θα προκαλούσε βδελυγμία στα χριστιανικά ιερατεία και σε αρκετούς «λενινιστές» (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποστειρωμένες θέσεις του Λένιν για τον έρωτα, στη σχετική συζήτησή του με την Κλάρα Τσέτκιν)· και ίσως η πρώιμη παρουσία του… «βδελυρού» και τυχαίου γεγονότος των παραπάνω ελεύθερων συνευρέσεων στο βιογραφικό μου να συνετέλεσε ώστε να μην καταδικάζω ποτέ τα κορίτσια του πληρωμένου και ελεύθερου έρωτα· άλλωστε, στην αστική μας κοινωνία, πολλές είναι οι καθαγιασμένες μέσω γάμου «ερωτικές» σχέσεις, ιδιαιτέρως στις ανώτερες τάξεις, που κρύβουν στα θεμέλιά τους μεγάλες εμπορικές συναλλαγές και ανταλλάγματα. Η αστική υποκρισία μας έλειπε!
Με προβληματίζει, όμως, η βδελυγμία που νιώθουν οι σύντροφοι του Κ.Κ.Ε απέναντι στο φαινόμενο της πορνείας, σε βαθμό που να τους προκαλεί «σοκ» το γεγονός της προσφοράς 3.000 ευρώ κάποιου «Οίκου Ανοχής» (άκου «ανοχή»!) προς κάποιο δημοτικό σχολείο της Πάτρας· και φοβάμαι πως, ενώ ορθώς καταδικάζουν σε κάθε περίπτωση το λεγόμενο τράφικινγκ, αυτό το σύγχρονο δουλεμπόριο του έρωτα που έχει ως θύματα δεκάδες εκατομμύρια γυναικών και νεαρών κοριτσιών και που μαζί με την πώληση παιδιών αποφέρει στους εκμεταλλευτές τους κάπου 32 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο (έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, Μάιος 2006), φρίττουν γενικώς και καταδικάζουν με κάθε τρόπο φαινόμενα όπως ο πληρωμένος έρωτας αλλά και κάθε άλλη μορφή έρωτα, πλην του… «ορθοδόξου», που δεν χωράνε στην ίδια προβληματική. Για παράδειγμα, σε κάποιο κείμενο του Ριζοσπάστη (8.11.2012) που αφορούσε την παραπάνω προσφορά των 3.000 ευρώ, έγραψαν:
«Η είδηση σοκάρει και δικαίως ξεσήκωσε σάλο στην τοπική κοινωνία. Σοκάρει το γεγονός ότι νομιμοποιείται με τον πιο απίστευτο τρόπο η πορνεία ως μια επιχείρηση με κοινωνική προσφορά και αυτή η αντίληψη εισάγεται νόμιμα μέσα σε έναν εκπαιδευτικό χώρο, ένα δημοτικό σχολείο, ένα χώρο που μικρά παιδιά διαμορφώνουν συνειδήσεις και ανακαλύπτουν την κοινωνία και τη θέση τους σε αυτή. Τι μαθαίνουν, δηλαδή, αυτά τα παιδιά; Ότι ο οίκος ανοχής είναι μια νόμιμη επιχείρηση κι ότι οι άνθρωποι, ειδικά οι γυναίκες, μπορούν να είναι προϊόντα που προσφέρονται σε τέτοιες επιχειρήσεις! Μαθαίνοντας από τόσο τρυφερές ηλικίες να αντιμετωπίζουν έτσι το θέμα, γιατί όχι αυτά τα παιδιά αύριο να μη θεωρήσουν την πορνεία και την εκμετάλλευσή της ως ένα ελεύθερο επαγγελματικό προσανατολισμό, αφού τα μαθαίνουν να απενοχοποιούν την έσχατη [!] μορφή προσβολής κάθε ανθρώπινης αξιοπρέπειας… Ευθύνη γι’ αυτό το βούρκο [!] έχει τόσο η σημερινή όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις … [κλπ., κλπ.]» (Σημειωτέον ότι και στη Σοβιετική Ένωση αλλά και στις άλλες χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» άνθιζε το φαινόμενο, αλλά αυτό μάλλον το ξεχνούν, ίσως γιατί δεν το καλύπτει ο θεωρητικός τους εξοπλισμός…) Με αφορμή, όμως, το παραπάνω γεγονός της προσφοράς των κοριτσιών του πληρωμένου έρωτα και την ηθικοπλαστική αφήγηση τρόμου των συντρόφων του Κ.Κ.Ε, θυμήθηκα το ακόλουθο διήγημα του Ντανίλο Κις, ενός συγγραφέα που εκτιμώ ιδιαίτερα, και το παραθέτω με την πεποίθηση ότι οι αναρχικοί σύντροφοι και όσοι δεν φρίττουν με τέτοια θέματα θα το χαρούν ιδιαιτέρως.
Danilo Kiš
Επικήδειες τιμές
(Από τη συλλογή διηγημάτων, Η Εγκυκλοπαίδεια των Νεκρών, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1992)
Η ιστορία διαδραματίζεται το 1923 ή ’24. Νομίζω στο Αμβούργο. Είναι η εποχή της οικονομικής κρίσης και των ραγδαίων υποτιμήσεων: ένας λιμενεργάτης βγάζει μεροκάματο δεκαεφτά δισεκατομμύρια μάρκα και οι καλές πόρνες για τις υπηρεσίες τους ζητάνε τα τριπλάσια. (Οι ναύτες στο λιμάνι του Αμβούργου τα «ψιλά» τους τα φυλάνε σε χάρτινες κούτες κάτω από τη μασχάλη.)
Σε ένα ροζ δωματιάκι της περιοχής του λιμανιού πέθανε ξαφνικά, από πνευμονία, μια πόρνη με το όνομα Μαριέττα. Ο Ουκρανός Μπαντούρα, ναύτης και επαναστάτης, ισχυριζόταν ότι «την έκαψε ο έρωτας». Του ήταν αδύνατο να συσχετίσει το θεϊκό της σώμα με κάτι τόσο κοινότοπο σαν την πνευμονία, που επιπλέον είναι «αστική ασθένεια». «Σαν να κάηκε στην πυρά», έλεγε. Μολονότι είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από το γεγονός, η φωνή του Μπαντούρα, ακόμα και τώρα, καθώς μιλούσε γι’ αυτό, ακουγόταν βραχνή και έτρεμε, σαν να τον έπνιγε ο βήχας. Δεν έφταιγε μόνο το αλκοόλ, αν και, κακά τα ψέματα, ο Μπαντούρα εκείνο τον καιρό ήταν ήδη ερείπιο, διωγμένος από τους δικούς του, και θύμιζε ένα μεγάλο σκουριασμένο καράβι που σαπίζει, αραγμένο, στα ρηχά.
«Πίστεψέ με», μουγκρίζει ο Μπαντούρα, «καμιά πουτάνα σε όλο τον κόσμο δεν θρηνήθηκε πιο ειλικρινά… Καμιά δεν κηδεύτηκε με μεγαλύτερες τιμές».
Για την κηδεία της Μαριέττας ερημώθηκαν τα παρτέρια των δημοτικών θερμοκηπίων και λεηλατήθηκαν οι κήποι των εξοχικών επαύλεων, τα σκυλιά γάβγιζαν όλη τη νύχτα, οι μολοσσοί και τα λυκόσκυλα ούρλιαζαν, προσπαθώντας να σπάσουν τα περιλαίμια τους που θυμίζουν ακάνθινο στεφάνι· οι χαλκάδες των βαριών αλυσίδων σύρονταν στα τεντωμένα ατσάλινα σύρματα, λες και χτυπούσαν οι αλυσίδες όλων των σκλάβων της ιστορίας, αλλά και κανείς δεν υποψιάστηκε, ούτε καν οι ταλαίπωροι γερο-κηπουροί, που τα πονεμένα κόκαλά τους έκρυβαν ένα ιστορικό αρρώστιας μακρύ σαν την ιστορία του προλεταριάτου, κανείς δεν υποψιάστηκε, λοιπόν, ότι εκείνη τη νύχτα είχε ξεσπάσει μια μικρή, ιδιαίτερη επανάσταση: οι ναυτικοί από το λιμάνι του Αμβούργου κατέλαβαν αιφνιδιαστικά τις ενορίες των πλουσίων και αυτά τα παιδιά των προλεταρίων από τη Χάβρη, τη Μασσαλία, την Αμβέρσα, κάτω από τα φτερά της νύχτας έσφαξαν τις γλαδιόλες, θερίζοντας σύρριζα τα κοτσάνια με κοφτερούς ναυτικούς σουγιάδες, και τσαλαπάτησαν με τις ξεχαρβαλωμένες αρβύλες τους όλη τη μικρότερη βλάστηση που δεν άξιζε μαχαίρι. Εκείνη τη νύχτα τα πάρκα και οι κήποι «καταπατήθηκαν βάρβαρα» και δεν γλίτωσε ούτε το Δημοτικό Άλσος, ούτε το Πάρκο του Δημαρχείου, «δυο βήματα από την Αστυνομία». «Η βάρβαρη αυτή πράξη», έγραφαν οι εφημερίδες, «οφείλεται αναμφίβολα σε άτομα με αναρχικές τάσεις και αδίστακτους λαθρεμπόρους λουλουδιών».
Στο τάφο της Μαριέττας μεταφέρθηκαν ολόκληρες τριανταφυλλιές, άσπρες και κόκκινες, καθώς επίσης πευκόκλαδα με νωπές μαχαιριές, τουλίπες και χρυσάνθεμα, πυράκανθοι, γαλανές ορτανσίες, παρακμιακές ίριδες, αυτά τα έκφυλα λουλούδια της μπελ επόκ, υάκινθοι και πολύτιμες μαύρες τουλίπες, νυχτολούλουδα, νεκρικοί κέρινοι κρίνοι, το άνθος της αγνότητας και της πρώτης Μετάληψης, μενεξεδένιες πασχαλιές που αποπνέουν σήψη, κακόμοιρες ορτανσίες και αποκρουστικές γλαδιόλες (αυτές ήταν οι περισσότερες), χλωμές και ροζέ, άγιες, αγγελικές γλαδιόλες, φορτισμένες με όλο το μυστικισμό του ρόδου και του ξίφους, και όλα αυτά στον αστερισμό του σάπιου πλούτου, στον αστερισμό της ψυχρής πολυτέλειας των επαύλεων, γλαδιόλες θανάσιμα πληθωρικές, ποτισμένες με τον ιδρώτα των ταλαίπωρων γερο-κηπουρών, με τα σιντριβάνια των ποτιστηριών, με την τεχνητή βροχή των αρτεσιανών φρεάτων, ούτως ώστε να προστατεύεται από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες η νοσηρή άνθηση αυτών των στείρων λουλουδιών που δεν έχουν καμιά μυρωδιά, ούτε καν ψαρίλας, παρά την εκπληκτική τους μορφή με τις αρθρώσεις σαν δαγκάνες αστακού, παρά τις κέρινες καμπύλες των πετάλων και την απατηλή αιχμηρότητα των μπουμπουκιών ― όλη αυτή η τερατώδης αφθονία δεν ήταν ικανή να βγάλει το παραμικρό ίχνος ευωδιάς, ούτε καν όσο μια άγρια βιολέτα. Ως κορόνα σε αυτό το πολύχρωμο φυτικό πυροτέχνημα έστεκαν κλαδιά μανόλιας, λάφυρα από τον Βοτανικό Κήπο, φουντωτά κλαδιά με σαρκώδη φύλλα και σε κάθε κλαδί από ένα μεγάλο άσπρο λουλούδι, σαν τους μεταξωτούς φιόγκους στα μαλλιά των «κοριτσιών από σπίτι», που ο Kamerad Μπαντούρα παρομοίαζε (υπερβάλλοντας, ως συνήθως) με τις πουτάνες του λιμανιού. Προς το παρόν άθικτα έμεναν τα νεκροταφεία, γιατί ο Μπαντούρα στην έκκληση του «σε όλους τους ναύτες, σε όλους τους λιμενεργάτες, σε όλους που την αγάπησαν», απαίτησε αποκλειστικά ζωντανό λουλούδι και, προφανώς υπό το κράτος κάποιας, θα λέγαμε, μυστικιστικής έμπνευσης, ρητά απαγόρευσε να βεβηλωθούν οι τάφοι. Πιστεύω ότι μπορώ να αναπαραστήσω, έστω κατά προσέγγιση, τη ροή των σκέψεών του: «Το θάνατο δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις· το λουλούδι έχει μια σαφή διαλεκτική πορεία και ένα βιολογικό κύκλο όπως και ο άνθρωπος: από την άνθηση μέχρι τη διάλυση· οι προλετάριοι δικαιούνται τις ίδιες επικήδειες τιμές με τα αφεντικά· οι πουτάνες είναι προϊόν ταξικών διακρίσεων· οι πουτάνες (άρα) αξίζουν τα ίδια λουλούδια με τις δεσποινίδες από σπίτι». Κ.ο.κ.
Η σιωπηλή πομπή με επικεφαλής τον Μπαντούρα, μόλις έφτασε στα εργατικά προάστια, ύψωσε αμέσως τις κόκκινες και τις μαύρες σημαίες, και αυτές ανοίχτηκαν στον αέρα, πλατάγισαν σαν κακός οιωνός, το κόκκινο της φωτιάς και το μαύρο της νύχτας ― σύμβολα με έντονες κοινωνικές αναφορές, παρόλο που τόσο θυμίζουν τη γλώσσα των λουλουδιών.
Στην άκρη του διαδρόμου που χώριζε τους τάφους των πλουσίων από τους τάφους των φτωχών, ο Μπαντούρα, τρεκλίζοντας ελαφρώς, σκαρφάλωσε σε μια εξέδρα από μαύρο μάρμαρο (ένας χάλκινος άγγελος κρατάει στεφάνι πάνω από την προ ετών εκλιπούσα νεαρή μακαρίτισσα) και μπροστά στο βουβό πλήθος από ξεσκούφωτους ναυτικούς και σοβατισμένες πόρνες εκφώνησε τον επικήδειο. Παρουσίασε τη ζωή της Μαριέττας σύντομα, σχηματικά: βασανισμένο παιδί προλεταρίων από μάνα πλύστρα και πατέρα ρεμάλι, που τερμάτισε τη ζωή του ως μέθυσος χαμάλης στο λιμάνι της Μασσαλίας. Κι ενώ ο ναύτης και επαναστάτης Μπαντούρα, με κόμπο στο λαιμό και ραγισμένη φωνή, επιχειρούσε να εντάξει τον επικήδειο λόγο του, αυτό το θλιβερό απολογισμό μιας δυστυχισμένης ζωής, στα πλαίσια της κοινωνικής αδικίας και της ταξικής πάλης, ξεστομίζοντας λόγια μίσους σαν να διάβαζε Μπακούνιν, δεν είναι δυνατόν να μην πρόβαλλαν μέσα του ζωντανές εικόνες αυτής της ζωής, σαν να ξεφύλλιζε ένα παλιό άλμπουμ. (Και πιστεύω πως αυτές οι εικόνες πρέπει να συγχέονταν, ανεπαίσθητα, με αναμνήσεις από τα δικά του παιδικά χρόνια.) Το υπόγειο βυθισμένο σε ένα αρρωστημένο μισοσκόταδο, μέσα στη κάπνα των τσιγάρων και την μπόχα του κρασιού και του γλυκάνισου· οι ανυπόφορες σκηνές οικογενειακών καυγάδων, ξυλοδαρμοί, φωνές, κλάματα· το κυνήγι των κοριών που σκάνε στη δάδα της αναμμένης εφημερίδας, καθώς η φλόγα γλείφει τους σομιέδες και τα κάγκελα στα σιδερένια κρεβάτια εκστρατείας, κατάμαυρα ήδη από την καπνιά· το τελετουργικό ξεψείρισμα, τα βράδια, στο φως της αλλήθωρης λάμπας, όταν τα παιδιά, σαν πίθηκοι, σκύβουν το ένα πάνω στο άλλο, ψάχνουν στην κορυφή του κεφαλιού, στις ρίζες των ξανθών και μαύρων τσουλουφιών, και ανακαλύπτουν ολόκληρα τσαμπιά από κόνιδες· τα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια της μάνας, σαν βραστά μπαρμπούνια…
Το λόγο του πάνω από τον ανοιχτό τάφο διέκοπταν πού και πού με υστερικούς λυγμούς οι γερασμένες πουτάνες (οι οποίες πρέπει να αισθάνονται πιο οδυνηρά το εφήμερο της σάρκας και την απειλή της ανεπανόρθωτης φθοράς), καθώς και οι λιμενεργάτες που ξερόβηχαν και ρουθούνιζαν, ώστε να μην ξέρει ο Μπαντούρα αν αυτό ήταν πράγματι βήχας ή κάποιος σκληρός ναυτικός λυγμός, το αρσενικό υποκατάστατο του κλάματος, ίδιο ακριβώς με το ερζάτς αναστεναγμών και δακρύων που συνόδευε τα δικά του λόγια. (Άκουγε τη φωνή του σαν ξένη, σαν από χαλασμένο φωνόγραφο, ενώ μέσα του ξεφύλλιζε αυτό το παλιό άλμπουμ, χρονολογικά, από την πρώτη συνάντηση με τη Μαριέττα.)
Την πρωτοείδε ένα βράδυ του έτους 1919, στο λιμάνι του Αμβούργου, όπου μόλις είχε ξεμπαρκάρει από το Φράνκεν. Ήταν αργά το βράδυ, γκρίζος Νοέμβρης, και τα φανάρια του δρόμου τρεμόσβηναν στην καταχνιά. Την επομένη σε μια ταβέρνα του λιμανιού επρόκειτο να έρθει σε επαφή με το Apparat (ήταν καθορισμένα τα συνθηματικά) και μέχρι τότε να περάσει, απαρατήρητος, να μη διαφέρει σε τίποτα, στην εμφάνιση, την ομιλία, τη συμπεριφορά, από τους εκατοντάδες, από τους χιλιάδες ναύτες που είχαν ξεμπαρκάρει εκείνη την ημέρα. Περπατούσε στο «Δρόμο με τις κούκλες» ανάμεσα σε μεθυσμένους ναυτικούς ―και νηφάλιους χαφιέδες που παρίσταναν τους μεθυσμένους ναυτικούς―, χαζεύοντας μέσα από τα χαμηλά παράθυρα τις διακριτικά φωτισμένες ροζ καμαρούλες. Οι λάμπες με τα κόκκινα αμπαζούρ φώτιζαν από το πλάι, όπως στους Φλαμανδούς ζωγράφους, τα πορτρέτα των Κυριών μέσα στη μενεξεδένια ατμόσφαιρα του σπιτικού τους, όπου το παραβάν, στολισμένο με παρακμιακές ίριδες, αυτό το λουλούδι της ακολασίας, καλύπτει τα μυστικά της ιδιωτικής ζωής (τα οποία ερεθίζουν, εφόσον κρύβονται, όπως ερεθίζουν οι πιέτες και τα ανοίγματα στα φουστάνια): πίσω από το παραβάν, ο σκληρός καναπές με το μπροκάρ κάλυμμα, σταθερός σαν μαούνα ―βέβαια, ο Μπαντούρα γνώριζε την διαρρύθμιση του χώρου πολύ πριν συναντήσει την Μαριέττα!― και η αστραφτερή άσπρη λεκάνη από βερνικωμένη φαγιάντσα, και η λεπτή κανάτα με την υψηλή λαβή. Το ρόδινο φως της λάμπας αντανακλά στο γυαλισμένο ύφασμα του παραβάν, οι ίριδες σκουραίνουν, όπως και το κόκκινο μπροκάρ της καρέκλας στη μέση της βιτρίνας, εκεί που κάθεται η Κυρία. Είναι γυρισμένη λίγο προφίλ προς τον θεατή και στις πτυχές του φορέματός της θρυμματίζεται το πορφυρό φως της λάμπας. Έχει τις γάμπες σταυρωμένες και στα χέρια βαστάει πλεκτό. Οι βελόνες αστράφτουν πάνω από το εργόχειρο. Τα μακριά πυρόξανθα μαλλιά της πέφτουν στους ακάλυπτους ώμους, μέχρι το πλούσιο μισόγυμνο στήθος. Μια άλλη Κυρία, στη διπλανή βιτρίνα, έχει στα χέρια της βιβλίο, σαν μια νεοφώτιστη που διαβάζει τη Βίβλο. Κάτω από τα κόκκινα μαλλιά που της κρύβουν λίγο το πρόσωπο, το καθρέφτισμα της λάμπας στα γυαλιά της. (Αν πλησιάσει πιο κοντά, ο θεατής μπορεί να διαβάσει με μεγάλα γράμματα τυπωμένο τον τίτλο: Ο Κόμης Μοντεχρίστος.) Με το σκούρο φουστάνι και το δαντελένιο γιακά, η φτηνή πουτάνα μοιάζει με φοιτήτρια της Χαϊδελβέργης… Και τότε είδε αυτήν, τη Μαριέττα. Καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα, όπως και οι άλλες, λίγο στητή, με το τσιγάρο στο χέρι, με ένα ανοιχτόχρωμο σατέν φόρεμα. Κι όμως, στη στάση της, στην εμφάνισή της, μέσα σ’ αυτό το τρυφερό ρόδινο φως όπου ήταν βυθισμένη σαν σε ενυδρείο (αιώνια Σειρήνα όλων των ναυτικών), υπήρχε κάτι που αμέσως ερέθισε τον Μπαντούρα. Και όταν βρέθηκε στο δωμάτιο της, όταν εκείνη τράβηξε τη βαριά κουρτίνα από πράσινο βελούδο και έβαλε το ζεστό της χέρι κάτω από το πουκάμισό του, τότε κατάλαβε: η Μαριέττα δεν έπαιζε άσχετους ρόλους: ούτε τη Νοικοκυρά, ούτε τη Φοιτήτρια, ούτε τη Νεοφώτιστη ― ήταν ή μόνη που δεν είχε ανάγκη όλη αυτή την περίτεχνη και στημένη χορογραφία· αυτή ήταν μοναδική, ανεπανάληπτη· αυτή ήταν πουτάνα του λιμανιού. «Αγάπησε και βοήθησε ναύτες απ’ όλα τα λιμάνια», ωρύεται ο Μπαντούρα σαν να βρισκόταν σε διαδήλωση, «και δεν είχε καμιά προκατάληψη για το χρώμα του δέρματος, τη φυλή ή τη θρησκεία. Στα βυζιά της, μικρά αλλά όμορφα, όπως έλεγε και ο Ναπολέων Βοναπάρτης, ο αυτοκράτωρ του εγκλήματος, ακούμπησαν μαύρα και ιδρωμένα στήθη των ναυτικών από τη Νέα Υόρκη, τα άτριχα κορμιά των Μαλαισιανών, οι αρκουδίσιες παλάμες των λιμενεργατών του Αμβούργου και τα τατουάζ των μαουνιέρηδων της διώρυγας του Αλβέρτου. Στον κρινένιο της λαιμό αποτυπώθηκαν, σαν σφραγίδα της παγκόσμιας συμφιλίωσης, ο σταυρός της Μάλτας, και ο Εσταυρωμένος, και το άστρο του Σολομώντα, και η ρώσικη Παναγίτσα, και το δόντι του καρχαρία και η ρίζα του μανδραγόρα σε φυλακτό, ενώ μέσα από τα τρυφερά της μπούτια κύλησαν ποτάμια καυτού σπέρματος, για να χυθούν στο ζεστό της κόλπο, στο μητροπολιτικό λιμάνι όλων των ναυτικών στη εκβολή όλων των ποταμών…»
Ακούει ο Μπαντούρα τη φωνή του, απόμακρη και ψυχρή, και μέσα του έρχονται εικόνες από τη ζωή της Μαριέττας, τώρα πλέον χωρίς σαφή χρονολογία, λες και τις σελίδες του άλμπουμ τις ξεφύλλιζε κάποιος άνεμος, στην τύχη, λες και όλα αυτά τα είχε δει ο ίδιος ο Μπαντούρα, με τα μάτια του. ( Η Μαριέττα, μετά την ερωτική τελετή, ξαπλωμένη δίπλα στους άνδρες που στ’ αλήθεια αγαπούσε ―κι αυτός ο επαναστάτης με την τρυφερή καρδιά ήταν ένας από αυτούς―, είχε την συνήθεια να μιλάει για τον εαυτό της σαν να εξομολογείται. Αναπολούσε το παρελθόν με μια παράξενη νοσταλγία, λες κι όλες αυτές οι ωμές ιστορίες, γεμάτες αηδιαστικές λεπτομέρειες, αυτές καθ’ αυτές ήταν ασήμαντες και σημασία είχε μόνο το γεγονός ότι όλα αυτά έγιναν πριν πολλά χρόνια και ότι τότε αυτή ήταν νέα, presque une enfant, σχεδόν παιδούλα.) Βλέπει, λοιπόν, ο Μπαντούρα έναν αισχρό μικρόσωμο Έλληνα να την πιάνει από το χέρι μια αποκριάτικη βραδιά και αυτή να είναι χλωμή και λίγο ζαλισμένη από την μπίρα, που της είχε ρουφήξει τον αφρό, σαν παιδάκι· τη βλέπει να ακολουθεί αυτόν τον Έλληνα με βηματάκια υπάκουου πεινασμένου ζώου, μέσα στα στενά της Μασσαλίας που βγάζουν στο λιμάνι· να ανεβαίνει ύστερα τη σκοτεινή σκάλα σε ένα σπίτι κοντά στις αποθήκες του λιμανιού, σέρνοντας το χέρι στην κουπαστή με το χοντρό καραβόσκοινο· μετά η σκέψη του παρακολουθεί, πάντα με την ίδια ακαθόριστη οργή, τα αποφασιστικά βήματά της προς μια πόρτα του τρίτου ορόφου. (Ο Έλληνας περιμένει στο βάθος της σκάλας για να της δώσει κουράγιο.) Στη συνέχεια το θέαμα μεταφέρεται στους δρόμους της Μασσαλίας, όπου η Μαριέττα, βαμμένη υπερβολικά, ακουμπάει όρθια στον πέτρινο τοίχο, λυγίζοντας το ένα πόδι σαν πληγωμένο πουλί…
«Kameraden, όλοι εμείς εδώ», συνεχίζει ο Μπαντούρα, «όλοι είμαστε μέλη μιας μεγάλης οικογένειας, εραστές, μνηστήρες, τι λέω: σύζυγοι της ίδιας γυναίκας, ιππότες της ίδιας κυρίας, αδέλφια που τους πότιζε η ίδια πηγή, που πίνανε ρούμι από το ίδιο μπουκάλι, που έκλαιγαν μεθυσμένοι στην ίδια αγκαλιά και ξέρναγαν στην ίδια λεκάνη, εκείνη πίσω από το πράσινο παραβάν…»
Μόλις σώπασε η ραγισμένη φωνή του Μπαντούρα, άρχισαν να πέφτουν στο φέρετρο οι πρώτοι σβώλοι χώμα, που το έτριβαν τα σκληρά χέρια των εργατών της θάλασσας σαν να αλάτιζαν εντόσθια κάποιου μεγάλου ψαριού. Πάνω από τον ανοιχτό τάφο πλατάγιζε το μετάξι των μαύρων και των κόκκινων σημαιών, που τώρα δεν ήταν παρά μόνο πένθιμα λάβαρα. Ύστερα το χώμα άρχισε να σωριάζεται με τα φτυάρια, υπόκωφα να κρούει την κάσα, όπως ακούς όταν βάλεις το αυτί στην ξετρελαμένη καρδιά της κοπελιάς μετά το ερωτικό αγκάλιασμα. Τα λουλούδια τα έριχναν πρώτα ένα ένα, ύστερα σε μπουκέτα, ώσπου άρχισαν να πετάνε ολόκληρα δεμάτια, να τα δίνουν ο ένας στον άλλον, από χέρι σε χέρι, σαν να βρίσκονται στα χωράφια, σε κάποια συγκομιδή λουλουδιών, έτσι αδιάκοπα, από το παρεκκλήσι μέχρι αυτό το φτωχικό τετράγωνο του νεκροταφείου, όπου απλές ταφόπετρες και σάπιοι ξύλινοι σταυροί διαδέχονται τα γρανιτένια μνημεία και τις μπρούτζινες επιτάφιες πλάκες. Και κανείς δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν αυτό που τους ώθησε, τι ένστικτο, τι μέθη, τι πόνος, ταξικό μίσος ή τζαμάικα ρουμ, και παραβίασαν τις εντολές του Μπαντούρα· στη στιγμή ακολούθησε το θαύμα της επαναστατικής απειθαρχίας, η έκρηξη μιας ανεξήγητης εξέγερσης: οι ναύτες και οι σκύλες του λιμανιού, αυτή η σκληρή φυλή, όρμησαν σύσσωμοι, λυσσαλέοι, μανιασμένοι, με δάκρυα στα μάτια και τρίζοντας τα δόντια, και άρχισαν να ξεπατώνουν τις γλαδιόλες των αφεντικών, να ματώνουν τα χέρια τους τραβώντας τα τριαντάφυλλα, να ξεριζώνουν τις τουλίπες μαζί με τους βολβούς, να κόβουν με τα δόντια τα γαρίφαλα, όλα αυτά να περνάνε από τον έναν στον άλλον, από χέρι σε χέρι, από αγκαλιά σε αγκαλιά. Σε λίγο τα λουλούδια και η πρασινάδα έγιναν ολόκληρο βουνό, ένας βωμός από τουλίπες, ορτανσίες και τριαντάφυλλα, κρεματόριο από γλαδιόλες, ενώ ο σταυρός πάνω στο φρέσκο τάφο και ο ίδιος ο τάφος εξαφανίστηκαν κάτω από αυτή την τεράστια θημωνιά που σκορπούσε μια μυρωδιά σάπια σαν της μαραμένης πασχαλιάς.
Όταν επενέβη η αστυνομία, τα πολυτελή τετράγωνα του νεκροταφείου ήταν ήδη θερισμένα, ρημαγμένα, «λες και ένα σύννεφο από ακρίδες πέρασε πάνω από τη σκοτεινή αυτή περιοχή», όπως γράφτηκε στον Τύπο. ( Η Rote Fahne δημοσίευσε ένα ανυπόγραφο άρθρο όπου γινόταν λόγος για βιαιότητες της αστυνομίας που είχε συλλάβει και φυλακίσει καμιά εικοσαριά ναύτες.)
«Βγάλε το καπέλο», λέει ο Μπαντούρα στον συνομιλητή του. Ο Γιόχαν ή Γιαν Βαλτίν (έτσι τον έλεγαν, νομίζω) μέσα σε ένα απροσδόκητο ξέσπασμα πόνου προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο της Μαριέττας. Θυμάται μόνο το λεπτό της σώμα και το βραχνό της γέλιο. Τότε για μια στιγμή μέσα στη μνήμη του ξυπνάει το χαμόγελο της, η σκιά του προσώπου της, αλλά κι αυτό σε λίγο χάθηκε.
«Πίστεψέ με», λέει ο Μπαντούρα, «καμιά δεσποινίδα από σπίτι δεν θρηνήθηκε πιο ειλικρινά. Καμιά δεν κηδεύτηκε με μεγαλύτερες τιμές».
This entry was posted in ΚοινωνικάΛογοτεχνικάΠολιτικά. Bookmark the permalink.

One Response to Του Έρωτα και της Αναρχίας

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ.....ΠΟΛΛΑΑΑΑ!!!!


 ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ.....ΠΟΛΛΑΑΑΑ!!!!

"Γ Ι Α    Σ Ε Ν Α.....!!!!"


Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακατόρθωτη αγάπη. Δεν πρέπει να αφήνουμε τη σιωπή, την αδιαφορία ή την άρνηση να μας τρομάζουν. Βαθιά μέσα μας όλοι γνωρίζουμε πως πίσω από την παγωμένη μάσκα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κρύβουν τους φόβους τους, υπάρχει μια καρδιά από φωτιά.
Eμείς πρέπει να βρούμε τον τρόπο να αγγίξουμε αυτή την καρδιά, να την βοηθήσουμε να αποκαλύψει τα φλογερά της συναισθήματα....και έτσι να ζεστάνουμε και την δική μας καρδούλα ♥ ♥ ♥



                      
                                                              ********************


Μην παρανοείς τα λόγια που ‘χω πει, είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή. Νοιώσε με για να σε νοιώσω και ας πονάς είναι πανάκριβο στο λέω ν’αγαπάς. Κοίτα με στα μάτια με υπομονή, διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή, νοιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς είναι πανάκριβο στο λέω ν’αγαπάς.

                               
                                                                           ************


Η πραγματική αγάπη είναι πάντοτε συνυφασμένη με την προσφορά, τη θυσία, την ανιδιοτέλεια.
Αγάπη είναι να χαίρεσαι με αυτόν που χαίρεται και να λυπάσαι με αυτόν που πονά. Αυτός που αγαπά ανέχεται τον άλλο με τις ατέλειες του χωρίς να τον περιφρονεί, χωρίς καν να τον κάνει να νιώθει άσχημα για αυτό που είναι.
Όταν αγαπάς.... ενδιαφέρεσαι τι θα γίνει ο άλλος, χωρίς όμως αυτό το ε
νδιαφέρον να γίνεται καταπίεση και επιβολή. Και αυτό, διότι η πραγματική αγάπη εμπεριέχει τον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου, την εκτίμηση προς την προσωπικότητα του.

                                                                      ***********







Η ζωή μπορεί να χωρίζει τους ανθρώπους, αλλά η πραγματική αγάπη δεν σβήνει ποτέ... ακόμη και αν περάσουν χρόνια....η αγάπη μένει εκεί...και περιμένει...να ξαναπεί το "σ'αγαπώ" !!!




***********************




Η μουσική και η αγάπη είναι δύο έννοιες, που αγγίζουν μια ψυχή χωρίς να χρειαστεί ποτέ να εξηγήσουν από που έρχονται και που πάνε.
Αφιερώνονται σε ανθρώπους για μια ζωή και τις περισσότερες φορές αναπνέουν και γεννιούνται ξανά μέσα από μια αγκαλιά και από μια αναπάντεχη στιγμή..... που κάποιοι τη λένε απλά έμπνευση....

***************************




Ότι λένε οι λέξεις τη ζωή δεν την πιάνουν. Κι όσα λόγια αν ξοδέψεις, για να ζήσεις δε φτάνουν. Από που θες να ζήσεις, από ποιά κερδισμένα και σε ποιόν να γυρίσεις, όταν χάσεις κι εσένα. Η αγάπη δεν είναι μοναχά ένα βλέμμα, 

ούτε μόνο ένα μείνε, θέλει όλο το αίμα. 
********************





Η αγάπη μου είναι το πιο κόκκινο χρώμα, κατακόκκινη γίνε σ' αγαπάω ακόμα. Να κοιτάς και να θέλεις, μη φοβάσαι να χάνεις, στη χαρά ν'ανατέλεις, ζωντανή μην πεθάνεις. Κι αν ο φόβος μας δένει να μη μείνουμε μόνοι, πάλι ο φόβος μας στέλνει μακριά απ' ότι ενώνει.




                                                                        ************

Η δύναμη χωρίς την αγάπη σε κάνει επιθετικό.
Η τιμή χωρίς την αγάπη σε κάνει ψηλομύτη.
Το καθήκον χωρίς την αγάπη σε κάνει κακόκεφο.
Η ευθύνη χωρίς την αγάπη σε κάνει αδίστακτο.
Η δικαιοσύνη χωρίς την αγάπη σε κάνει σκληρό.
Η αλήθεια χωρίς την αγάπη σε κάνει κριτικό.
Η ανατροφή χωρίς την αγάπη σε κάνει ατίθασο.
Η εξυπνάδα χωρίς την αγάπη σε κάνει πονηρό.
Η ευγένεια χωρίς την αγάπη σε κάνει υποκριτή.
Η τάξη χωρίς την αγάπη σε κάνει σχολαστικό.
Η γνώση χωρίς την αγάπη σε κάνει τυραννικό.
Η περιουσία χωρίς την αγάπη σε κάνει τσιγκούνη.
Η πίστη χωρίς την αγάπη σε κάνει φανατικό.
Αλίμονο σε κείνους που τσιγκουνεύονται την αγάπη.
Αυτοί φταίνε, όταν ο κόσμος αυτοδηλητηριασθεί.
Τι είδους, λοιπόν, ζωή κάνεις, όταν δεν μπορείς Ν' ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ;